Microsoft ή Ανοιχτό Λογισμικό: Tο δίλημμα που αποκάλυψε τους θιασώτες του κρατικού παρεμβατισμού

Του δρ. Ι. Λάριου

«Η Βουλή της Ισπανίας, τον Δεκέμβριο του 2005, καταψήφισε συντριπτικά με 290 ψήφους κατά έναντι μόλις 15 υπέρ, πρόταση για υποχρεωτική επιβολή ανοιχτού λογισμικού σε εφαρμογές ηλεκτρονικής διακυβέρνησης».

«Το δημοτικό συμβούλιο του Μπρίστολ αποφάσισε τη μετάπτωση του δήμου από εμπορικές εφαρμογές γραφείου σε εφαρμογές ανοιχτού λογισμικού».

«Χώρες της Ευρώπης όπως οι Μεγ. Βρετανία, Γερμανία, Φινλανδία, Τσεχία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Εσθονία, Ρουμανία, Κροατία υπογράφουν στρατηγικές συμφωνίες με τη Microsoft».

«Η Ολλανδία υλοποιεί πρωτοβουλία για την εκπαίδευση, βασισμένη σε ανοιχτό λογισμικό».

Ο κατάλογος με αυτές τις φαινομενικά αντικρουόμενες ειδήσεις είναι ανεξάντλητος. Το λογισμικό που χαρακτηρίζεται ως «ανοικτό» αναπτύσσεται σε ημι-εθελοντική βάση από ομάδες χρηστών, έχει πολύ χαμηλό ή μηδενικό κόστος ανάπτυξης και διατίθεται ελεύθερα χωρίς περιορισμούς. Οι εμπορικές εφαρμογές, από την άλλη, δημιουργούνται με εμπορικό σκεπτικό από τις εταιρείες λογισμικού.
Τα τελευταία έτη το ανοιχτό λογισμικό (open source) έχει φθάσει σε σημαντική ωριμότητα. Οι συνήθεις εφαρμογές του στέκονται επάξια απέναντι σε αντίστοιχες εμπορικές εφαρμογές, ιδιαίτερα σε διαδομένους τομείς όπως βάσεις δεδομένων, web servers, επεξεργαστές κειμένου κ.λπ. Από την άλλη πλευρά, οι εμπορικές εφαρμογές αν και ακριβότερες, παρουσιάζουν ήδη τεράστια εγκατεστημένη βάση εξοικειωμένων χρηστών, προτιμώνται από τις ίδιες τις εταιρείες πληροφορικής ως πλατφόρμες για περαιτέρω ανάπτυξη λογισμικού, είναι διαθέσιμες για εξειδικευμένες εφαρμογές και έχουν πιο συστηματικές διαδικασίες συντήρησης.
Σε αυτό το σημείο προκύπτει η πρώτη παρατήρηση: Το δίλημμα «εμπορικό λογισμικό ή ανοιχτό λογισμικό» δεν έχει μονοσήμαντη απάντηση, αλλά εξαρτάται από τις εκάστοτε ανάγκες του εκάστοτε πελάτη ή οργανισμού. Αναλόγως των ζητουμένων, μπορεί να υπερτερεί μια εμπορική εφαρμογή ή κάποια εφαρμογή ανοιχτού λογισμικού. Και αυτό βεβαίως αφορά και στις ψηφιακές υπηρεσίες που αναπτύσσουν οι κυβερνήσεις για την εξυπηρέτηση πολιτών και επιχειρήσεων. Πρέπει, ωστόσο, να γίνει μια τεχνική επισήμανση: Είναι τελείως διαφορετική η συζήτηση για «ανοιχτά πρότυπα διαλειτουργικότητας», που επιτρέπουν ακόμη και σε εμπορικές εφαρμογές να ανταλλάσσουν δεδομένα από τη συζήτηση για «ανοιχτό λογισμικό».
Η παραπάνω παρατήρηση συμπληρώνεται από μια δεύτερη, ίσως πιο σημαντική: Το κράτος, χωρίς την απαραίτητη τεχνογνωσία και προφανώς χωρίς την απαιτούμενη ταχύτητα, αποδεδειγμένα δεν μπορεί και δεν πρέπει να έχει ως ρόλο του την επιλογή τεχνολογίας. Σταδιακά σε όλη την Ευρώπη, το κράτος εγκαταλείπει τον λεπτομερή προσδιορισμό τεχνικών προδιαγραφών σε έργα πληροφορικής και -αντίθετα- προδιαγράφει το είδος και την ποιότητα της ηλεκτρονικής υπηρεσίας που επιθυμεί. Ακολουθεί δηλαδή την πολιτική της «τεχνολογικής ουδετερότητας». Οι εταιρείες πληροφορικής ανταγωνίζονται για την παροχή της υπηρεσίας με τα ζητούμενα χαρακτηριστικά κόστους, συντήρησης και ποιότητας, επιλέγοντας όμως από μόνες τους τις καταλληλότερες τεχνολογίες έχοντας την απαραίτητη τεχνογνωσία. Εκ των προτέρων αποφάσεις του κράτους υπέρ της τάδε ή της δείνα τεχνολογικής λύσης, όχι μόνο στρεβλώνουν τον υγιή ανταγωνισμό αλλά αποτελούν κλασικά παραδείγματα γραφειοκρατικού παρεμβατισμού που οδηγούν σε ακριβότερες ή λιγότερο αποτελεσματικές λύσεις.
Ο συνδυασμός των δύο παραμέτρων οδηγεί σχεδόν με ακρίβεια στον νέο ρόλο που πρέπει να αναλάβει το κράτος κατά την υλοποίηση οποιασδήποτε αποτελεσματικής πολιτικής για τις νέες τεχνολογίες: Σαφής προσδιορισμός των ζητούμενων ψηφιακών υπηρεσιών σε όρους ποιότητας και κόστους, πλήρης διαφάνεια στις διαγωνιστικές διαδικασίες και αυστηρή τεχνολογική ουδετερότητα για να εξασφαλισθεί ο υγιής ανταγωνισμός. Συμπληρωματικά και με δεδομένες τις παραπάνω αρχές, το κράτος όπου μπορεί οφείλει να εξασκεί το δικαίωμά του για καλύτερους όρους προμηθειών ή πρόσθετα οφέλη, χωρίς όμως να στρεβλώνει τον ανταγωνισμό.
Σε αυτό το πλαίσιο αρχών, η ελληνική κυβέρνηση συνήψε στις αρχές του έτους στρατηγική μη-δεσμευτική συμφωνία - πλαίσιο με τη Microsoft, όπως άλλωστε και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η στρατηγική συμφωνία που υπέγραψε ο αρμόδιος υπουργός για θέματα Ψηφιακής Στρατηγικής κ. Γ. Αλογοσκούφης, χωρίς να δημιουργεί δεσμεύσεις και οικονομικές επιβαρύνσεις για το ελληνικό Δημόσιο, έχει στόχο να μεγιστοποιήσει τα οφέλη από τις προμήθειες λογισμικού. Με μια κρίσιμη διευκρίνιση: Οι προμήθειες λογισμικού θα συνεχίσουν να γίνονται με ανοιχτούς διεθνείς διαγωνισμούς, όπως μέχρι σήμερα, στη βάση της τεχνολογικής ουδετερότητας. Για τις περιπτώσεις όμως που υπάρξουν από τους διαγωνισμούς προμήθειες λογισμικού της Microsoft, τότε αυτές θα αξιοποιηθούν, ώστε να υπάρξουν μια σειρά από πρόσθετα σημαντικά οφέλη για τους Ελληνες πολίτες, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και το ελληνικό Δημόσιο. Η ελληνική κυβέρνηση έσπευσε να δηλώσει ότι παρόμοιες στρατηγικές συμφωνίες θα επιδιωχθεί να συναφθούν και με άλλες εταιρείες.
Κατόπιν αυτών των πρωτοβουλιών, θα ήταν εύλογο η αξιωματική αντιπολίτευση, η οποιαδήποτε αντιπολίτευση, να ζητήσει επίσπευση παρόμοιων συμφωνιών και με άλλες εταιρείες για την ταχύτερη τεχνολογική ανάπτυξη της χώρας. Παρ' όλα αυτά, ακολουθώντας την τακτική της άρνησης, η αξιωματική αντιπολίτευση προέβη σε μια αντίδραση εξόχως αποκαλυπτική. Οχι τόσο για το περιεχόμενό της, όσο γιατί είναι μάλλον δηλωτική της πολιτικής της φιλοσοφίας.
Ανάμεσα σε αιτιάσεις περί «απευθείας συμφωνίας προμήθειας λογισμικού» και την αποσιώπηση των ωφελειών για τους Ελληνες πολίτες και τις επιχειρήσεις, που κατά πάσα πιθανότητα οφείλονται σε άγνοια, βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης έσπευσαν να πάρουν απροκάλυπτα θέση υπέρ της καθιέρωσης του ανοιχτού λογισμικού στα έργα πληροφορικής του ελληνικού Δημοσίου, μεμφόμενοι την κυβέρνηση γιατί δεν πράττει κάτι τέτοιο!
Με απλά λόγια, οι βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης αποφάσισαν εκ των προτέρων πως το ανοιχτό λογισμικό υπερτερεί σε κάθε περίπτωση έναντι οποιασδήποτε εμπορικής εφαρμογής. Αποφάσισαν εκ των προτέρων πως οι εμπορικές εφαρμογές θα έπρεπε στο εξής να αποκλείονται από τους διαγωνισμούς μπροστά στη νέα τεχνολογική «φιλοσοφική λίθο» του ανοιχτού λογισμικού. Αποφάσισαν εκ των προτέρων πως η συσσωρευμένη εμπειρία του κλάδου πληροφορικής σε πλήθος εμπορικών εφαρμογών, πρέπει να διαγραφεί με μια γραφειοκρατική μονοκοντυλιά. Αποφάσισαν εκ των προτέρων πως η τεχνολογική ουδετερότητα και η ισότιμη αντιμετώπιση εφαρμογών και επιχειρήσεων δεν έχει σημασία.
Αντί να προχωρήσουμε ως χώρα ένα βήμα μπροστά, καθιερώνοντας τις λειτουργικές αντί για τις τεχνικές προδιαγραφές έργων πληροφορικής και να αφήσουμε να αναδειχθεί η εγνωσμένη αξία κάθε εφαρμογής, εμπορικής ή ανοιχτής κατά περίπτωση, η αντιπολίτευση ζητεί να γίνουν δύο βήματα πίσω: Προς εκείνες τις εποχές που ο κρατικός παρεμβατισμός ήθελε να ρυθμίζει τα πάντα, νομίζοντας πως γνωρίζει τα πάντα!
Το δίλημμα «Microsoft ή Ανοιχτό Λογισμικό» όπως ετέθη στο πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης, δεν αφορά τελικά σε τεχνολογίες αλλά σε πολιτικές προσεγγίσεις. Και για τον λόγο, αυτό έχει δύο αναγνώσεις: Η αισιόδοξη ανάγνωση αποδίδει την απροκάλυπτη υποστήριξη υπέρ του ανοιχτού λογισμικού στη διάθεση για αντιπολίτευση με κάθε τρόπο, ακόμη και με λάθη. Η απαισιόδοξη ανάγνωση, ωστόσο, αποκαλύπτει πως οι νοσταλγοί του μεγάλου κράτους και οι θιασώτες του κρατικού παρεμβατισμού παραμένουν δυστυχώς ακόμη προσκολλημένοι στις απόψεις μιας άλλης εποχής, ακόμη και στον τομέα της τεχνολογίας.
Η τεχνολογία, όμως, αφορά το μέλλον, όχι το παρελθόν... Και για τον λόγο αυτό, η χώρα δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει τον ασφαλή και μακροπρόθεσμα αποδοτικότερο δρόμο της «τεχνολογικής ουδετερότητας» στις επιλογές της.

Ο δρ. Ιωάννης Λάριος είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός και μηχανικός Υπολογιστών και σύμβουλος του ειδικού γραμματέα για την «Κοινωνία της Πληροφορίας»


Κέρδος   10/9/2006