• TwitterFacebookRss feed

Η Δανία του Νότου

Του Χαράλαμπου Κουταλάκη, Λέκτορα Διοικητικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών


Στην προεκλογική του ομιλία στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης, ο πρωθυπουργός κ. Παπανδρέου έθεσε ως μακροπρόθεσμο στόχο της ενεργειακής και περιβαλλοντικής πολιτικής της χώρας μας τη σύγκλιση με τη Δανία.

Η αναφορά του στη «Δανία του Νότου» προκάλεσε εύλογα το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Εκτός όμως από γλαφυρές αναφορές στον Τύπο ελάχιστοι ασχολήθηκαν με την ανάλυση των βασικών θεσμικών χαρακτηριστικών του μοντέλου ενεργειακής και περιβαλλοντικής πολιτικής της χώρας αυτής.

Παρά τις προφανείς διαφορές στις κλιματολογικές συνθήκες η σύγκριση της Δανίας με την Ελλάδα είναι όμως εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Οι οικονομίες και των δύο χωρών βασίζονται κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών με σχετικά περιορισμένη βιομηχανική παραγωγή. Η υψηλή κατανάλωση ενέργειας για θέρμανση κατά τους χειμερινούς μήνες στη Δανία ισοσκελίζεται από την υπερκατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για κλιματισμό τους θερινούς μήνες στην Ελλάδα.

Κάπου εδώ εξαντλούνται και οι ομοιότητες. Οι επιδόσεις της Δανίας στον ενεργειακό τομέα είναι πράγματι εντυπωσιακές. Από την πλήρη εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενη ενέργεια τη δεκαετία του 1970 είναι σήμερα μια σημαντική εξαγωγική δύναμη, ιδιαίτερα σε φυσικό αέριο και πετρέλαιο από τη Βόρεια Θάλασσα.

Βάσει των στοιχείων του Εθνικού Οργανισμού Ενέργειας της Δανίας, η χώρα διαθέτει το υψηλότερο ποσοστό, περίπου 19%, υποκατάστασης της συμβατικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην Ευρώπη. Ιδίως στην αιολική ενέργεια, η Δανία είναι πρωτοπόρα σε παγκόσμιο επίπεδο, με ετήσιο κύκλο εργασιών 8 περίπου δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο.

Παρά την ετήσια αύξηση της ενεργειακής ζήτησης κατά 4%, ποσοστό αντίστοιχο με τον ελληνικό μέσο όρο, οι συνολικές εκπομπές CO2 έχουν παρουσιάσει δραστική μείωση κατά 16% τα τελευταία χρόνια.

Το ίδιο ισχύει και για τομείς της περιβαλλοντικής πολιτικής όπως η διαχείριση των υδάτων, η θαλάσσια μόλυνση, ο έλεγχος της χημικής βιομηχανίας και κυρίως η οριζόντια ενσωμάτωση περιβαλλοντικών στόχων στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό στις πολιτικές για τις μεταφορές, την ενέργεια και την αγροτική ανάπτυξη. Στους τομείς αυτούς η Δανία αποτελεί συχνά το πρότυπο για την εισαγωγή ρυθμίσεων σε επίπεδο ΕΕ.

Ποιοι είναι οι παράγοντες που οδήγησαν στα εντυπωσιακά αυτά αποτελέσματα; Τι μπορεί να διδαχθεί η χώρας μας ως προς την οργάνωση του τομέα αυτού, καθώς και τους παράγοντες που ευνοούν ή δυσχεραίνουν την αποτελεσματική διαμόρφωση και υλοποίηση περιβαλλοντικών πολιτικών στη χώρα μας;

Το μοντέλο της Δανίας στηρίζεται σε δυο βασικούς θεσμικούς όρους που δύσκολα μπορούν να συγκριθούν με την ελληνική πραγματικότητα. Πρώτον σε ένα κομματικό σύστημα το οποίο παρά τον κατακερματισμό του είναι σε θέση να διαμορφώσει ευρείες συναινέσεις σε κρίσιμες πολιτικές επιλογές. Η συναινετική προδιάθεση των πολιτικών κομμάτων ευνόησε την ανάδειξη των περιβαλλοντικών προβλημάτων στην κυβερνητική ατζέντα ιδιαίτερα στις περιόδους που κυβερνούσε η μειοψηφία με την ανοχή της πλειοψηφίας στο Κοινοβούλιο.

Πολλές θεσμικές πρωτοβουλίες που αποφέρουν ιδιαίτερο κόστος στη βιομηχανία και τον αγροτικό τομέα, όπως ο έλεγχος της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και ο ευτροφισμός των θαλάσσιων υδάτων προέκυψαν ύστερα από παρότρυνση και απαίτηση των Κοινοβουλευτικών Ομάδων που δεν συμμετείχαν στην κυβέρνηση, αλλά είχαν δικαίωμα αρνησικυρίας στις αποφάσεις της.

Ο δεύτερος και εξίσου σημαντικός παράγοντας είναι μια νομική παράδοση που σε αντίθεση με την Ελλάδα δεν στηρίζεται στον νομικισμό αλλά παραχωρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια στη διοίκηση για τον καθορισμό των λεπτομερών όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής της νομοθεσίας.

Σε συνδυασμό με την παράδοση του νεοκορπορατισμού στις σχέσεις του κράτους με τα οργανωμένα συμφέροντα, η διακριτική αυτή ευχέρεια παρείχε τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις να επιδιώξουν τη σύναψη συμφωνιών με τους αντιπροσωπευτικούς φορείς της βιομηχανίας και των συνδικάτων για τον καθορισμό του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις διαδικασίες παραγωγής και τις προδιαγραφές προϊόντων.

Η πρακτική αυτή δεν διαφέρει από το περίφημο σκανδιναβικό μοντέλο συναίνεσης που είναι ιδιαίτερα γνωστό στην κοινωνική πολιτική και τη φορολογία. Το βασικό σημείο συναίνεσης ήταν και εδώ η διατήρηση χαμηλής φορολόγησης των εκπομπών CO2 των επιχειρήσεων με αντάλλαγμα την υποχρέωση των τελευταίων να υιοθετήσουν πολύ αυστηρότερες προδιαγραφές προϊόντων. Με τον τρόπο αυτό η βιομηχανία κατάφερε να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της σε ένα εξαιρετικά ρυθμιστικό πλαίσιο.
Η συναίνεση αυτή βασίστηκε φυσικά σε ένα ιδιαιτέρως ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον που διευκόλυνε τη μετακύληση του κόστους συμμόρφωσης των επιχειρήσεων στην τελική τιμή των προϊόντων.

Η νομική κουλτούρα της ευελιξίας αποτυπώνεται και στον ιδιαίτερο ρόλο των οικονομικών κινήτρων στις περιβαλλοντικές ρυθμίσεις. Ιδιαίτερα στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η άνθηση των επενδύσεων και της καινοτομίας σε νέες τεχνολογίες στηρίχθηκε σε ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό φορολογικό σύστημα δραστηριοποίησης στον κλάδο της παραγωγής από επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Τα κίνητρα αυτά οδήγησαν στη ραγδαία ανάπτυξη τοπικών συνεταιρισμών παραγωγών που περιόρισαν το επενδυτικό ρίσκο και οδήγησαν στην υπέρβαση τοπικιστικών αντιθέσεων και διαμαχών ως προς τη χωροθέτηση των ΑΠΕ που συχνά παρατηρούνται στη χώρα μας. Βάσει των στοιχείων του Εθνικού Οργανισμού Ενέργειας της Δανίας το 2004 μόνο 150.000 Δανοί δεν είναι μέλη τέτοιων συνεταιρισμών με συνολικό δυναμικό πάνω από 5.500 τουρμπίνες.

Οι παραπάνω πολιτικές υποστηρίζονται από μια διοίκηση, η οποία είναι δομημένη βάσει των αρχών των αμοιβαίων ελέγχων και της εκτεταμένης αποκέντρωσης των λειτουργιών της. Στον τομέα αυτό, η Δανία θα μπορούσε πραγματικά να αποτελέσει το πρότυπο για τη θεσμική αναδιάρθρωση της περιβαλλοντικής διοίκησης στη χώρα μας.

Η Δανία είναι από τις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες που απέκτησαν υπουργείο Περιβάλλοντος, μόλις το 1971. Οπως και στη χώρα μας, η δημιουργία του προήλθε από τη συγχώνευση ενός μεγάλου αριθμού διάσπαρτων περιβαλλοντικών αρμοδιοτήτων που προηγουμένως ασκούσαν τα υπουργεία Πολιτισμού (προστασία φυσικής κληρονομιάς) και Στέγασης (χωροταξία και πολεοδομία). Ο τομέας της ενέργειας ενσωματώθηκε μόλις το 1994 με στόχο την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Το υπουργείο υποστηρίζεται από τρεις ανεξάρτητες αρχές, για το περιβάλλον, την ενέργεια, τα δάση και τη φύση, οι οποίες παρέχουν την απαραίτητη τεχνογνωσία στη διοίκηση, κάτι εντελώς παραμελημένο στη χώρα μας. Η υλοποίηση των πολιτικών γίνεται από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, που αποτελείται από 98 μόνο ισχυρούς δήμους. Οι τελευταίοι αναλαμβάνουν τους περιβαλλοντικούς ελέγχους για την τήρηση της νομοθεσίας μέσω πολυετών προγραμματικών συμβάσεων με την κεντρική διοίκηση.

Οι παραπάνω παράγοντες αναδεικνύουν τις βασικές κατευθύνσεις μιας ριζικής αναθεώρησης του πλαισίου άσκησης περιβαλλοντικής πολιτικής στη χώρα μας. Εκτός από τις συνήθεις δομικές αλλαγές, όπως η δημιουργία νέου υπουργείου και διοικητικών μονάδων, απαιτείται μια συνολική επανεξέταση των διαδικασιών, πρακτικών και μέσων άσκησης περιβαλλοντικής πολιτικής με στόχο την ενίσχυση όχι μόνο της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας αλλά και της κοινωνικής αποδοχής των ρυθμίσεων από τους άμεσα εμπλεκόμενους φορείς.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο http://blogs.eliamep.gr


Κέρδος   22/10/2009