Ο Εμανουέλ πίσω από τον Μακρόν - Ένα αποκαλυπτικό ημερολόγιο

 

Ασχέτως αν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος με τον Εμανουέλ Μακρόν δε μπορεί παρά διαβάζοντας το βιβλίο «Επανάσταση» να μη σταθεί στην καλογραμμένη προσωπική του ιστορία και να μη σημειώσει τη δύναμη και την ειλικρίνεια της αφήγησής του.

 

 

Ο Μακρόν έγραψε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο ή μάλλον ένα ημερολόγιο με το οποίο συστήνεται με ένα τρόπο δυνατό καταθέτοντας το προσωπικό του όραμα στο γαλλικό κοινό. Το βιβλίο εκδόθηκε στη Γαλλία ένα χρόνο νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 2016, λίγους μήνες πριν την εκλογή του ως προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας, τον Ιούνιο του 2017.

 

 

«Tη στιγμή που ρίχνομαι σε αυτή την περιπέτεια, οφείλω να σας πω από πού έρχομαι και τι πιστεύω. Η δημόσια ζωή δεν επιτρέπει εύκολα σε κάποιον να εκφραστεί πραγματικά. Είμαι τριάντα οχτώ χρόνων» γράφει ο Μακρόν στον πρόλογο του βιβλίου.

 

 


Με όραμα να θέσει τα θεμέλια μιας νέας κοινωνίας ο 39χρονος σήμερα Πρόεδρος ξεκινά να αφηγείται την ιστορία του από την μέρα της γέννησής του. Τα αποσπάσματα που επιλέξαμε φανερώνουν τον Εμανουέλ πίσω από τον Μακρόν, το αθέατο πρόσωπο ενός πολιτικού στην πρώτη γραμμή και με τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στραμμένα επάνω σε κάθε κίνησή του.

 

 

Ο Μακρόν γεννήθηκε τον Δεκέμβρη του 1977 στην Αμιέν, πρωτεύουσα του Πικαρντί, σε μια οικογένεια νοσοκομειακών γιατρών. Οι παππούδες του ήταν μια δασκάλα, ένας σιδηροδρομικός υπάλληλος, μια κοινωνική λειτουργός και ένας μηχανικός γεφυρών και οδοστρωμάτων.

 

 

«Όλοι προέρχονταν από χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Η ιστορία της οικογένειάς μου είναι η ιστορία μιας δημοκρατικής ανόδου στη γαλλική επαρχία, ανάμεσα στο Οτ-Πιρενέ και το Πικαρντί. Αυτή η άνοδος περνούσε μέσα από τη γνώση και πιο συγκεκριμένα, για την τελευταία γενιά, μέσα από την ιατρική. Για τους παππούδες μου αυτή ήταν η βασιλική οδός και εκεί ήθελαν να στρέψουν τα παιδιά τους. Οι γονείς μου και σήμερα ο αδελφός μου και η αδελφή μου έγιναν συνεπώς γιατροί. Είμαι ο μόνος που δεν ακολούθησε αυτό το μονοπάτι».

 

 

Με γονείς που υποστήριξαν τις επιλογές του ο Μακρόν γράφει πως θέλησε από πολύ νωρίς να ορίζει τη ζωή του, πράγμα για το οποίο δούλεψε σκληρά.

 

 

«Τίποτα δε μου επέβαλαν. Μου επέτρεψαν να γίνω αυτός που έπρεπε να είμαι. Χρειάστηκε να εργαστώ πολύ, αλλά μου άρεσε. Είχα ορισμένες αποτυχίες, ενίοτε βαριές, αλλά δεν ξεστράτισα γιατί είχα διαλέξει ο ίδιος αυτό τον δρόμο. Αυτή η πεποίθηση στην πορεία καθόρισε την πολιτική μου στράτευση, καθιστώντας με ευαίσθητο στην αδικία μιας κοινωνίας διαταγών, στάτους, καστών, κοινωνικής περιφρόνησης, όπου όλα συνωμοτούν –και με τι αποτέλεσμα!– για την παρεμπόδιση της προσωπικής ανάπτυξης».

 

 

«Πολλοί άνθρωποι δεν είχαν αυτή την τύχη που είχα εγώ» γράφει ο Μακρόν. «Έτσι πέρασα την παιδική μου ηλικία μέσα στα βιβλία, κάπως έξω από τον κόσμο. Ήταν μια ζωή ασάλευτη σε μια πόλη της γαλλικής επαρχίας: μια ευτυχισμένη ζωή, αφοσιωμένη στην ανάγνωση και τη γραφή. Ζούσα σε μεγάλο βαθμό μέσω των κειμένων και μέσω των λέξεων. Έμαθα από την Κολέτ τι είναι μια γάτα ή ένα λουλούδι και από τον Τζιονό τον παγωμένο άνεμο της Προβηγκίας και την ειλικρίνεια των χαρακτήρων. Ο Ζιντ και ο Κοκτό υπήρξαν οι αναντικατάστατοι σύντροφοί μου».

 

 

Ηρωίδα των παιδικών χρόνων του Μακρόν ήταν η γιαγιά του στην οποία αφιερώνει ένα συγκινητικό μέρος του βιβλίου του. «Η γιαγιά μου ήταν δασκάλα και θα ήθελα γράφοντας αυτές τις γραμμές να απαλλάξω αυτή τη λέξη από τη γραφειοκρατική της σκόνη και να της αποδώσω τη λάμψη ενός ζωντανού πάθους, βιωμένου με αξιοθαύμαστη αφοσίωση και υπομονή». Υπήρξα ίσως ο στερνός μαθητής της. Και σήμερα, που εκείνη δεν υπάρχει πια, δεν περνά ούτε μέρα που να μην τη σκεφτώ ή να μην αναζητήσω το βλέμμα της. Όχι πως ψάχνω να βρω την επιδοκιμασία που εκείνη δεν μπορεί πια να μου προσφέρει, αλλά γιατί θα μου άρεσε, στη δουλειά που έχω να κάνω, να φανώ αντάξιος του διδάγματός της. Τη σκέφτηκα συχνά αυτά τα τελευταία χρόνια με αφορμή τις νέες μουσουλμάνες με τη μαντίλα στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Μου φαίνεται πως θα θρηνούσε την καταπίεση του σκοταδισμού, που εμποδίζει αυτές τις κοπέλες να έχουν πρόσβαση στην αληθινή γνώση, εκείνη τη γνώση που είναι ελεύθερη και προσωπική».

 

 

Δυο ορίζοντες είχε ο Μακρόν ως νέος: το πιάνο και το θέατρο. Το πάθος για το θέατρο το αντικατέστησε αυτό της πολιτικής, το πάθος για το πιάνο δε τον εγκατέλειψε ποτέ. Χάρη όμως στο θέατρο γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του τη Μπριζίτ, στο λύκειο. «Τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους από κρυφά μονοπάτια και ερωτεύτηκα, ιδίως χάρη σε μια διανοητική συνενοχή, που μέρα με τη μέρα μετεξελίχθηκε σε αισθητηριακή εγγύτητα. Και στη συνέχεια, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια, σε ένα πάθος που διαρκεί ακόμα".

 

 

Στα δεκαέξι ο Μακρόν εγκατέλειψε την επαρχία του για το Παρίσι. Ήταν η πιο όμορφη περιπέτεια, καθώς έφτασε στα μονοπάτια των ηρώων του, του Φλομπέρ, του Ουγκό, του Μπαλζάκ. Όμως στο Παρίσι ο Μακρόν δεν καταφέρνει να διακριθεί όπως στην Αμιέν. «Οι πόρτες της École Normale Supérieure έμεναν κλειστές για μένα και έτσι μπήκα από πεποίθηση στο τμήμα φιλοσοφίας της Ναντέρ και, κάπως τυχαία, στις πολιτικές επιστήμες» γράφει.

 

 

Στο πανεπιστήμιο συναντά τον φιλόσοφο Πολ Ρικέρ και αναλαμβάνει να αρχειοθετήσει τα έγγραφά του. «Δεν ήμουν αμήχανος, οφείλω να το ομολογήσω, εξαιτίας της ολοκληρωτικής άγνοιάς μου: ο Ρικέρ δε με εντυπωσίαζε επειδή δεν τον είχα διαβάσει. Για περισσότερο από δύο χρόνια μάθαινα στο πλευρό του. Δεν είχα κανέναν τίτλο για να παίξω αυτό τον ρόλο. Η εμπιστοσύνη του με υποχρέωσε να μεγαλώσω. Χάρη σ’ εκείνον διάβαζα και μάθαινα κάθε μέρα. Αντιλαμβανόταν ως δουλειά του τη συνεχή ανάγνωση των μεγάλων κειμένων, εκείνος που συγκρινόταν συχνά με έναν νάνο στον ώμο γιγάντων. Ο Ολιβιέ Μονζάν, ο Φρανσουά Ντος, η Κατρίν Γκολντενστάιν και η Τερέζ Ντιφλό ήταν οι φιλικές και άγρυπνες παρουσίες εκείνων των χρόνων που με μεταμόρφωσαν βαθιά».

 

 

Στο πλευρό του Ρικέρ ο Μακρόν μαθαίνει να σκέφτεται την Ιστορία. «Είμαστε ό,τι μαθαίνουμε να είμαστε στο πλάι των δασκάλων μας. Αυτή η διανοητική συντροφικότητα με μεταμόρφωσε. Αυτό ήταν ο Ρικέρ. Μια κριτική απαίτηση, μια εμμονή του πραγματικού και η εμπιστοσύνη στον άλλον. Υπήρξα τυχερός και το ξέρω».

 

 

Εκείνη την εποχή αρχίζει να δρα και να αποπειράται να αλλάξει με συγκεκριμένο τρόπο τα πράγματα. Είναι η εποχή που κατευθύνθηκε προς το Δίκαιο και την Οικονομία μπαίνοντας στην Εθνική Σχολή Διοίκησης (École Nationale d’Administration – ENA) και τελειώνοντας ξεκίνησε να υπηρετεί το Κράτος στην πρεσβεία της Γαλλίας στη Νιγηρία.

 

 

Επόμενη σημαντική «συνάντηση» του Μακρόν είναι αυτή με τον Ζακ Αταλί, με τον οποίο συνεργάστηκαν στην Επιτροπή για την απελευθέρωση της γαλλικής ανάπτυξης. Τρία χρόνια αργότερα αποφασίζει να εργασθεί στον ιδιωτικό τομέα και στον τομέα των επιχειρήσεων, ενώ δεν παύει να ενδιαφέρεται για την πολιτική. Παράλληλα μαθαίνει το παράξενο όπως το αποκαλεί επάγγελμα του τραπεζίτη, ανακαλύπτοντας συγχρόνως το εμπόριο και τον κόσμο. «Δε συμμερίζομαι ούτε τον ενθουσιασμό εκείνων που εκθειάζουν αυτή τη ζωή σαν τον μη περατό ορίζοντα της εποχής μας, ούτε και την κριτική πικρία εκείνων που βλέπουν σε αυτή τη λέπρα του χρήματος και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Τόσο η μια όσο και η άλλη άποψη μου φαίνονται σημαδεμένες από έναν παρωχημένο νεανικό ρομαντισμό» γράφει.

 

 

Από το 2012 ο Μακρόν αρχίζει να συνεργάζεται με τον Ολάντ. Καταλήγει στα Ηλύσια για δύο χρόνια στο πλάι του Φρανσουά Ολάντ ως αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας, ασχολούμενος με θέματα της Ευρωζώνης και της οικονομίας. «Δίχως αμφιβολία, έδωσα και ορισμένες κακές συμβουλές. Αναλαμβάνω την ευθύνη των πάντων. Και δεν ήταν όλα καλώς καμωμένα. Ζήτησα να απαλλαγώ από τα καθήκοντά μου δυο χρόνια αργότερα. Εγκατέλειψα τα Ηλύσια τον Ιούλιο του 2014» παραδέχεται. Τα υπόλοιπα ανήκουν έκτοτε στη δημόσια σφαίρα.

 

 

«Μόνο έναν λόγο θα τολμήσω να πω, και τίποτα παραπάνω, γι’ αυτούς που με χαρακτήρισαν προδότη. Εκείνοι οι οποίοι διατυπώνουν αυτούς τους χαρακτηρισμούς μου φαίνεται ότι αποκαλύπτουν την ηθική κρίση της σύγχρονης πολιτικής. Διότι όταν ισχυρίζονται ότι όφειλα να υπακούω στον Πρόεδρο σαν μηχανή, να απαρνηθώ τις ιδέες μου, να προσδέσω στο πεπρωμένο του την πραγματοποίηση όλων όσα θεωρώ σωστά, απλώς επειδή με είχε αναγορεύσει υπουργό, τι λένε στην πραγματικότητα; Πιστεύω ότι όταν οι Γάλλοι αποστρέφονται την πολιτική ή όταν στρέφονται στα άκρα, είναι ακριβώς εξαιτίας μιας ενστικτώδους αποστροφής αυτών ακριβώς των συνηθειών» γράφει ο Μακρόν.

 

 

Το κεφάλαιο Μπριζίτ

 

«Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, η Μπριζίτ μοιράστηκε τη ζωή μου. Παντρευτήκαμε το 2007. Αυτή ήταν και η επίσημη καθαγίαση μιας αγάπης αρχικά παράνομης, συχνά κρυφής, μιας αγάπης που δε γινόταν κατανοητή από πολλούς ανθρώπους πριν να τους επιβληθεί».

 

 

Ενώ οι συνθήκες τους καταδίκαζαν, όπως γράφει ο Μακρόν, ήταν «εκείνη που επέδειξε μια γενναιόδωρη και υπομονετική αποφασιστικότητα. Είχε τότε τρία παιδιά και έναν σύζυγο. Από τη μεριά μου, ήμουν μαθητής και τίποτε άλλο. Δε με αγάπησε για ό,τι είχα. Για μια κατάσταση. Για την άνεση ή την ασφάλεια που θα της παρείχα. Εγκατέλειψε τα πάντα για μένα. Αλλά το έκανε με αδιάκοπη μέριμνα για τα παιδιά της. Χωρίς να επιβάλει ποτέ τίποτα, αλλά δίνοντάς τους να καταλάβουν, με γλυκύτητα, ότι το ασύλληπτο μπορούσε να επιβληθεί.

 

 

Ήταν πολύ αργότερα που κατανόησα ότι η επιθυμία της να ενώσει τις ζωές μας ήταν η προϋπόθεση της ευτυχίας μας. Χάρη σ’ εκείνην, τα παιδιά της, πιστεύω, σιγά σιγά κατάλαβαν και αποδέχτηκαν. Φτιάξαμε, τουλάχιστον ελπίζω, μια άλλη οικογένεια. Λίγο απομονωμένη, σίγουρα διαφορετική. Αλλά η δύναμη που μας ενώνει είναι ακόμα πιο ανίκητη. Δεν υπάρχει μέρα που ο Σεμπαστιάν, η Λορένς και η Τιφέν δε θα την πάρουν τηλέφωνο, δε θα τη δουν, δε θα τη συμβουλευτούν. Είναι η πυξίδα τους.

 

 

Σταδιακά, η ζωή μου γέμισε από αυτά τα τρία παιδιά, τους συντρόφους τους, την Κριστέλ, τον Γκιγιόμ και τον Αντουάν και τα εφτά εγγόνια μας: την Εμά, τον Τομά, την Καμίλ, τον Πολ, την Ελίζ, την Αλίς και την Ορέλ. Είναι γι’ αυτά που αγωνιζόμαστε. Δεν τους αφιερώνω όσο χρόνο θα ήθελα και αυτά τα χρόνια είναι, στα μάτια τους, κλεμμένα χρόνια. Είναι και γι’ αυτό που δε μου επιτρέπεται να τα χαραμίσω. Η οικογένειά μας είναι το στήριγμα της ζωής μου, ο βράχος μου. Η ιστορία μας μας ενστάλαξε μια επίμονη επιθυμία να μην παραχωρήσουμε τίποτα από όσα πιστεύουμε –εφόσον πιστεύουμε σε αυτά με δύναμη και ειλικρίνεια– στον κομφορμισμό».

 

Το βιβλίο του Εμανουέλ Μακρόν «Επανάσταση» από το οποίο έχουν σταχυολογηθεί τα αποσπάσματα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

 

Πηγή: thetoc.gr


Κέρδος online   5/11/2017 8:23

Σχόλια:

Ονομα:
Σχόλιο: