Σαν σήμερα, 1971: Οταν «έφυγε» ο ανυπέρβλητος Γιώργος Σεφέρης -Το Νόμπελ, η κηδεία-διαδήλωση, το τραγούδι-σταθμός

«Στο περιγιάλι το κρυφό / κι άσπρο σαν περιστέρι / διψάσαμε το μεσημέρι / μα το νερό γλυφό. Με τι καρδιά, με τι πνοή / τι πόθους και τι πάθος / πήραμε τη ζωή μας• λάθος! / κι αλλάξαμε ζωή».

 

 

Είναι 22 Σεπτεμβρίου 1971: Χιλιάδες πολίτες από όλα τα σημεία της Ελλάδας τραγουδούν τους στίχους του μεγάλου μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη (σε μελοποίηση Μίκη Θεοδωράκη) στην Πύλη του Αδριανού, συνοδεύοντάς τον στην τελευταία του κατοικία στο Α' Νεκροταφείο. Το κλίμα είναι φορτισμένο συγκινησιακά και σύντομα η νεκρώσιμη πομπή μετατρέπεται σε μεγαλειώδη διαδήλωση κατά της χούντας, με το απαγορευμένο τραγούδι να αντηχεί στην Αθήνα.

 

 

20 Σεπτεμβρίου 1971: Δύο ημέρες νωρίτερα, τα νέα είναι δυσάρεστα από τον «Ευαγγελισμό». Ο Γιώργος Σεφέρης χάνει τη μάχη για τη ζωή, λόγω επιπλοκών που παρουσίασε μετά από εγχείρηση στον δωδεκαδάκτυλο.

 

 

Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Σεφεριάδης. Γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 13 Μαρτίου του 1900 και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Στέλιου και της Δέσπως Σεφεριάδη. Το 1914, έτος κατά το οποίο άρχισε να γράφει τους πρώτους στίχους του, με το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου κατά τη θερινή περίοδο του έτους, η οικογένειά του μετανάστευσε στην Ελλάδα. Ο Γιώργος Σεφέρης ενεγράφη στο Πρότυπο Κλασσικό Γυμνάσιο Αθηνών, από το οποίο αποφοίτησε τον Μάιο του 1917 με μέσο όρο 8,35/10.

 

 

Ακολούθως, εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στις 14 Ιουλίου του 1918, η μητέρα του μαζί με τους δύο γιους και την κόρη της Ιωάννα (μετέπειτα σύζυγο του Κ. Τσάτσου) μετέβησαν στο Παρίσι, όπου ο πατέρας τους Στέλιος εργαζόταν ως δικηγόρος. Ο Στέλιος Σεφεριάδης επιθυμούσε όλη η οικογένειά του να πάει στο Παρίσι και ο γιος του Γιώργος να σπουδάσει στη γαλλική πρωτεύουσα.

 

 

Ο Γιώργος Σεφέρης μένει στη Γαλλία έως το καλοκαίρι του 1924. Έκανε μεταφράσεις, αναγνώσεις Γάλλων κλασικών και συγγραφή ποιημάτων, έχοντας πάρει το πτυχίο της Νομικής από τον Οκτώβριο του 1921. Στα τέλη Αυγούστου του 1924 πηγαίνει στο Λονδίνο για την τελειοποίηση των αγγλικών του ενόψει των εξετάσεων στο υπoυργείο Εξωτερικών. Αν και το επιχείρησε, τελικά εγκατέλειψε την προσπάθεια απόκτησης διδακτορικού διπλώματος.

 

 

Στην Αθήνα θα επιστρέψει τον Φεβρουάριο του 1925 και δύο χρόνια αργότερα θα διοριστεί στη διπλωματική υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών ως ακόλουθος πρεσβείας. Από το 1928 ξεκινά η συγγραφική του δράση, ενώ το 1931 διορίζεται υποπρόξενος και έπειτα διευθύνων του ελληνικού γενικού προξενείου στο Λονδίνο, όπου θα παραμείνει μέχρι και το 1934.

 

 

Επιστρέφοντας στην Αθήνα το 1934, ο Γιώργος Σεφέρης αρχίζει συνεργασία με τις εκδόσεις Νέα Γράμματα. Τον Οκτώβριο του 1936 διορίζεται πρόξενος στην Κορυτσά, όπου και θα παραμείνει μέχρι τον Οκτώβριο του 1937, όταν μετατίθεται στην Αθήνα ως προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου του υφυπουργείου Τύπου και Πληροφοριών.

 

 

Η λαμπρή καριέρα του στο Διπλωματικό Σώμα κορυφώθηκε το 1957, με την τοποθέτησή του ως πρέσβη της Ελλάδας στη Μεγάλη Βρετανία. Παρέμεινε στο Λονδίνο έως το 1962, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Στις 10 Απριλίου του 1941, μία ημέρα μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς, είχε νυμφευτεί στην Πλάκα τη Μαρώ Ζάννου, με την οποία δεν απέκτησε παιδιά.

 

 

Η πιο σημαντική στιγμή του έρχεται το 1963, όταν βραβεύεται με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας από τη Σουηδική Βασιλική Ακαδημία των Επιστημών: η ανακοίνωση της βράβευσής του έγινε την Πέμπτη 24 Οκτωβρίου, ενώ η επίσημη απονομή στις 10 Δεκεμβρίου στη Στοκχόλμη.

 

 

Ο Σεφέρης επικράτησε στην τελική ψηφοφορία του Άγγλου ποιητή Ουίσταν Όντεν και του Χιλιανού ποιητή Πάμπλο Νερούδα (ο οποίος βραβεύτηκε, τελικά, με το ίδιο βραβείο το 1971). Ο γραμματέας της επιτροπής, Έστερλουντ, υποστήριξε πως η επιλογή Σεφέρη υπήρξε μια ευκαιρία να αποδώσουν έναν θαυμάσιο φόρο τιμής στη σύγχρονη Ελλάδα.

 

 

Αρκετοί συνθέτες έχουν μελοποιήσει ποιήματά του: Μίκης Θεοδωράκης, Νίκος Μαμαγκάκης, Μίλτος Πασχαλίδης, αδελφοί Κατσιμίχα, Ηλίας Ανδριόπουλος, Δήμος Μούτσης, Θάνος Μικρούτσικος κ.ά.

 

 

 

Η δήλωσή του για τη χούντα

 

Στις 28 Μαρτίου του 1969, δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο Γιώργος Σεφέρης θα «σπάσει» τη σιωπή του και θα κάνει μία ιστορική δήλωση κατά της χούντας στο βρετανικό δίκτυο BBC, η οποία του στοιχίζει τον τίτλο του «πρέσβη επί τιμή» και οδηγεί στην αφαίρεση του διπλωματικού του διαβατηρίου:

 

 

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω αυτό, δεν σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.

 


Έτσι, από τα χρόνια εκείνα, ως τώρα τελευταία, έπαψα κατά κανόνα να αγγίζω τέτοια θέματα. Εξάλλου τα όσα δημοσίευσα ως τις αρχές του 1967 και η κατοπινή στάση μου - δεν έχω δημοσιεύσει τίποτε στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία - έδειχναν, μου φαίνεται, αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.

 


Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά, το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, να τι θα έλεγα:

 


Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε και αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκούμενα νερά.

 

 

Δεν θα μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτοιες ζημιές δεν λογαριάζουν πάρα πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνον γι' αυτό τον κίνδυνο. Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις διδακτορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει, συνειδητά, όπως στους παμπάλαιους χώρους του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωράει το κακό.
Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή.

 


Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

 

Πηγή: iefimerida


Κέρδος online   20/9/2017 13:44

Σχόλια:

Ονομα:
Σχόλιο: