• TwitterFacebookRss feed

11:31Ποιοι εξαιρούνται από τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις - Οι αλλαγές στο συνδικαλιστικό νόμο

Τρία επίπεδα εξαιρέσεων από τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις προβλέπουν μεταξύ άλλων οι διατάξεις του αναπτυξιακού νομοσχεδίου που αναδιαμορφώνουν τον χάρτη των συλλογικών διαπραγματεύσεων στην χώρα, στη μεταμνημονιακή εποχή.

 

 

Το πρώτο επίπεδο, αφορά τις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα, όπως κατεξοχήν επιχειρήσεις σε καθεστώς προπτωχευτικής ή παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή εξυγίανσης. Και ορίζεται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται σε επίπεδο κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Πρέπει δηλαδή να το συμφωνήσουν μεταξύ τους τα συμβαλλόμενα μέρη. Βέβαια, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, θα εξειδικεύονται τα κριτήρια για τις επιχειρήσεις που εξαιρούνται και θα καθορίζονται οι κατηγορίες όρων των συλλογικών συμβάσεων από τους οποίους εξαιρούνται, καθώς και κάθε σχετικό θέμα.

 

 

Το δεύτερο επίπεδο, αφορά την δυνατότητα εξαίρεσης από την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης. Η σχετική διάταξη ορίζει ότι η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης (να ισχύει δηλαδή η σύμβαση που προβλέπει ευνοϊκότερους όρους – κυρίως μισθολογικούς και οικονομικούς – για τους εργαζόμενους) δεν εφαρμόζεται μεταξύ εθνικής και τοπικής συλλογικής σύμβασης κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής αντίστοιχα, ώστε να είναι εφικτό επιχειρήσεις και εργαζόμενοι να διαμορφώνουν όρους εργασίας προσαρμοσμένους στις τοπικές συνθήκες.

 

 

Συγκεκριμένα

(α) διατηρείται ο κανόνας της μη εφαρμογής της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης μεταξύ ομοιοεπαγγελματικών έναντι των κλαδικών και επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων,

 

(β) εισάγεται η δυνατότητα εξαίρεσης συγκεκριμένων επιχειρήσεων από την εφαρμογή της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης κατά την συρροή κλαδικής και επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης ως προς συγκεκριμένους όρους της, εφόσον οι κλαδικές οργανώσεις το έχουν συμφωνήσει, και

 

(γ) Εαν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, εισάγεται η υποχρεωτική εξαίρεση από την ως άνω αρχή, ειδικά, των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και βρίσκονται σε καθεστώς προπτωχευτικής ή παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή εξυγίανσης.

 

Τέλος, το τρίτο επίπεδο εξαίρεσης αφορά τη δυνατότητα να εξαιρούνται επιχειρήσεις από την υποχρεωτική επέκταση μιας κλαδικής σύμβασης, με απόφαση του εκάστοτε υπουργού Εργασίας και μετά από εισήγηση του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας.

 

 

Μάλιστα, στην σχετική διάταξη προβλέπονται ως προϋποθέσεις :α) η υποβολή αίτησης για επέκταση από οποιοδήποτε από τα δεσμευόμενα μέρη προς τον υπουργό Εργασίας, β) τεκμηριωμένη βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου ότι η συλλογική ρύθμιση δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν ποσοστό μεγαλύτερο του 50% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος, και γ) διαβούλευση αυτών ενώπιον του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας για την αναγκαιότητα της επέκτασης, τις επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, τη λειτουργία του ανταγωνισμού και την απασχόληση. Εισάγονται όμως και εξαιρέσεις στην εφαρμογή συγκεκριμένων όρων ή του συνόλου της επεκτεινόμενης συλλογικής σύμβασης για επιχειρήσεις που οι οικονομικές τους δυνατότητες δεν το επιτρέπουν, ήτοι για επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και βρίσκονται σε καθεστώς προπτωχευτικής ή παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή οικονομικής εξυγίανσης. Αυτές ισχύουν τόσο για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας όσο και για τις διαιτητικές αποφάσεις.

 

 

Τι αλλάζει στον ΟΜΕΔ

 

Αλλαγές προβλέπονται και στη λειτουργία της Διαιτησίας μέσω του αρμόδιου Οργανισμού (ΟΜΕΔ), με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερέστερη η δυνατότητα προσφυγής στη διαδικασία. Και αυτό, γιατί πλέον, η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, θα γίνεται υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Βάσει της διάταξης θα λειτουργεί αποκλειστικά ως έσχατο μέσο επίλυσης των συλλογικών διαφορών εργασίας, στις εξής περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις:

 

α) εάν η συλλογική διαφορά αφορά σε επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, η λειτουργία των οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου,

 

β) εάν η συλλογική διαφορά αφορά στη σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας και αποτύχουν οριστικά οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και η επίλυσή της επιβάλλεται από υπαρκτό λόγο γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, συνδεόμενο με τη λειτουργία της ελληνικής οικονομίας.

 

Πηγή euro2day.gr


Κέρδος online   10/10/2019 11:45

Σχόλια:

Ονομα:
Σχόλιο: