Citi: Πόσο έτοιμη είναι η Ελλάδα να βγει από το μνημόνιο

Αυξάνονται οι πιθανότητες για μια καθαρή έξοδο από το μνημόνιο, τονίζει η Citi σε ανάλυσή της στην οποία επικεντρώνεται στην επόμενη μέρα για την Ελλάδα.

 

 

Πιο εύκολη από τις προηγούμενες η τρίτη αξιολόγηση. Οπως αναφέρει, ο πρώτος γύρος συζητήσεων για την τρίτη αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα με κάποιες μικρές μόνο διαφωνίες. Αυτό δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη, σημειώνει η Citi, προσθέτοντας ότι τα πιο δύσκολα μέτρα του προγράμματος έχουν ήδη περάσει κατά τη διάρκεια των δυο πρώτων αξιολογήσεων – οι περικοπές συντάξεων το 2019 και οι αυξήσεις φόρων ως και το 2020, αξίας 2% του ΑΕΠ σωρευτικά.

 

 

Κανένα από τα εναπομείναντα μέτρα (ρύθμιση της αγοράς προϊόντων, διαχείριση των NPLs, ιδιωτικοποιήσεις και μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση) δεν φαίνεται τόσο «δύσκολο» ώστε να προκαλέσει εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις, εκτιμά η Citi, προβλέποντας ότι η τρίτη αξιολόγηση θα είναι πολύ βραχύτερη από τις προηγούμενες δυο.

 

 

Η έξοδος από τα μνημόνια καθιστά πιο πιθανούς τους συμβιβασμούς. Η υπεραπόδοση της Αθήνας στο δημοσιονομικό μέτωπο, η αύξηση του ΑΕΠ και η χαλάρωση της στάσης του ΔΝΤ (με την υποχώρηση όσον αφορά στο αίτημα για asset quality review στις τράπεζες) περιορίζουν περαιτέρω το ρίσκο δυσάρεστων εκπλήξεων. Η διαφαινόμενη ολοκλήρωση του σίριαλ των ελληνικών μνημονίων (με το τρέχον πρόγραμμα να ολοκληρώνεται στις 18 Αυγούστου του 2018) αποτελεί μια ελκυστική προοπτική για όλα τα μέρη, κάτι που ευνοεί τους συμβιβασμούς.

 

 

Το τέλος των μνημονίων. Το αν η Ελλάδα θα καταφέρει να απελευθερωθεί από τα μνημόνια μετά τις 18 Αυγούστου παραμένει αβέβαιο, τονίζει ο οίκος. Η εικόνα της οικονομίας και των δημόσιων οικονομικών παραμένει πιο αδύναμη από τις άλλες χώρες που εξήλθαν από τα μνημόνια, μόλις δέκα μήνες πριν την έξοδο, ενώ και η πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας παραμένει πολύ χαμηλότερη.

 

 

Ωστόσο, σημειώνει ο οίκος, η Ελλάδα είναι μια ειδική περίπτωση, καθώς μεγαλύτερο ρόλο παίζουν τα πολιτικά παρά τα οικονομικά δεδομένα. Η πολιτική προθυμία να «απογαλακτιστεί» η χώρα από τα δάνεια του επίσημου τομέα δείχνει να εντείνεται, τόσο στην Αθήνα όσο και στην Ευρώπη, αυξάνοντας την πιθανότητα «καθαρής εξόδου», αν και υπάρχουν ακόμα ρίσκα για νέα προβλήματα που ενδέχεται να θέσουν οι κυβερνήσεις Γερμανίας, Ολλανδίας και Αυστρίας.

 

 

Το μακροοικονομικό περιβάλλον είναι πιο εύθραυστο από άλλες χώρες που ήταν σε πρόγραμμα δέκα μήνες πριν την έξοδο. Σε σχέση με την Πορτογαλία το 2013 (ένα χρόνο πριν την έξοδο) η εξαγωγική ανταγωνιστικότητα της Ελλάδα δεν έχει δείξει αξιοσημείωτα σημάδια βελτίωσης παρά την μεγάλη εσωτερική υποτίμηση και τις εκτεταμένες δοκιμές μεταρρυθμίσεις. Από την κορύφωση το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος έχει υποχωρήσει 12% στην Ελλάδα αλλά μόνο κατά 3% στην Πορτογαλία. Κι’ όμως οι ελληνικές εξαγωγές δεν κέρδισαν μερίδιο αγοράς και υποαποδίδουν εν συγκρίσει με τις Πορτογαλικές και τις Ισπανικές.

 

 

Τα τουριστικά έσοδα (μεγάλο τμήμα των εξαγωγών και στις δυο χώρες) έχουν διπλασιαστεί για την Πορτογαλία μετά το 2009, ενώ η αύξηση στην Ελλάδα είναι μόνο 30%. Η έκθεση Doing Bussiness της Παγκόσμιας Τράπεζας παραμένει λιγότερο ευνοϊκή από άλλες ανταγωνίστριες οικονομίες.

 

 

Οι τράπεζες είναι πιο ευάλωτες. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βαρύνεται από κόκκινα δάνεια ρεκόρ (περίπου 40% του χαρτοφυλακίου), έλλειψη καταθέσεων και μειωμένους όγκους χρηματοδότησης της οικονομίας, κάτι που πιθανά δημιουργεί πτωτικά ρίσκα για τα δημόσια οικονομικά και το ΑΕΠ έναντι της Πορτογαλίας (παρότι όπως σημειώνει η Citi και οι πορτογαλικές τράπεζες απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν άνευ ρίσκου).

 

 

Η βιωσιμότητα χρέους δεν έχει λυθεί. Το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι σημαντικά υψηλότερο στην Ελλάδα (180,8% έναντι 129% στην Πορτογαλία το 2013) και η βιωσιμότητα πολύ περισσότερο ένα ερωτηματικό (αν και κάτι ανάλογο συνέβαινε στην Πορτογαλία το 2014). Υπάρχει η πρόβλεψη για επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ το 2018 και διατήρηση του ποσοστού ως το 2022, ενώ προβλέπονται υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, εκτιμήσεις που κρίνονται αισιόδοξες από τη Citi. Αν και οι δημοσιονομικές επιδόσεις ξεπέρασαν τους στόχους το 2016 και το 2017 το 3,5% του ΑΕΠ είναι οικονομικά και πολιτικά δύσκολο και πιθανά αναντίστοιχο με ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 4%.


Κέρδος online   1/11/2017 16:45

Σχόλια:

Ονομα:
Σχόλιο: