Τι συμβαίνει με τα ελληνικά ομόλογα και τις μετοχές

H Λαγκάρντ έδωσε συγχαρητήρια στην ελληνική κυβέρνηση για τις μεταρρυθμίσεις στις οποίες έχει προχωρήσει, ο Ντόλαντ Τραμπ επαίνεσε την οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας, ενώ ένας μεγάλος αριθμός δυνητικών επενδυτών έκαναν, σύμφωνα με τα τα διεθνή μέσα, ουρά για να συναντήσουν τον Έλληνα πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα, κατά την επίσκεψή του στις ΗΠΑ.

 

 

Τα μηνύματα, λοιπόν, είναι θετικά, οι διαθέσεις υπάρχουν και είναι επίσης θετικές, ωστόσο το Ελληνικό Χρηματιστήριο συνεχίζει να αναζητά ανοδική αντίδραση και μια μεγάλη ανάσα για να ξεφύγει από τη στασιμότητα και την απουσία αγοραστών που έχει προκληθεί το τελευταίο διάστημα μετά το μεγάλο τραπεζικά οδηγούμενο sell-off του Σεπτεμβρίου.

 

 

Τα ανοιχτά μέτωπα

 

Σε αυτό το πλαίσιο της υποτονικότητας, ούτε η επιτυχημένη έξοδος της Εθνικής Τράπεζας στις αγορές με καλυμμένα ομόλογα, ούτε η ανακοίνωση της εξόδου της Eurobank, αλλά ούτε και οι θετικές εκθέσεις των διεθνών επενδυτικών τραπεζών για την Ελλάδα και τις ελληνικές τράπεζες μετουσιώθηκαν σε αποδόσεις για το Ελληνικό Χρηματιστήριο. Επιπλέον, η... σιγή ασυρμάτου από τη Moody's, η οποία δεν προχώρησε στην αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας, όπως είχε προγραμματιστεί, δημιουργεί άλλο ένα "κίνητρο" για τους μεγάλους επενδυτές να παραμένουν "ανενεργοί".

 

Και το θέμα είναι ότι πολλά κρίσιμα μέτωπα παραμένουν ανοιχτά, όπως αυτό της γ' αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος και της αβεβαιότητας (λόγω ιστορικού της ελληνικής κυβέρνησης) γύρω από το εάν θα ολοκληρωθεί σύντομα ή οι γνωστές καθυστερήσεις θα αναβάλουν ακόμα περισσότερο την αναζωογόνηση της αγοράς. Ανοιχτές παραμένουν και οι εξελίξεις γύρω από τις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες έως τον Μάιο του 2018, που θα ολοκληρωθούν τα stress tests και τα οποία θα αποκαλύψουν το κατά πόσο αντέχουν κεφαλαιακά, θα βρίσκονται συνεχώς στο επίκεντρο, με τη μείωση των NPEs και των NPLs να μετατρέπεται σε αγώνα δρόμου.

 

Μπορεί με μπαράζ εκθέσεών τους αυτόν τον μήνα οι διεθνείς αναλυτές (Wood, Citigroup, HSBC) να στέλνουν ηχηρά μηνύματα στις αγορές ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημαντικά capital buffers, ωστόσο οι επενδυτές εμφανίζονται ακόμη διστακτικοί, αφού η εικόνα παραμένει αυτή της αβεβαιότητας. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προκάλεσε πλήγμα στην εμπιστοσύνη με την απαίτηση του για AQR και για νέα ανακεφαλαιοποίηση, έστω και εάν στη συνέχεια υπήρξε συμβιβασμός μεταξύ ΕΚΤ και ΔΝΤ για μίνι και όχι πλήρες AQR. Αυτό, ωστόσο, σε συνδυασμό με έναν κατακλυσμό εκκρεμών εποπτικών ενεργειών (IFRS 9, TAR, TRIM, νέα μέτρα για τις προβλέψεις από την ΕΚΤ, stress tests) παράλληλα με την πολιτική αβεβαιότητα (μετά τις εκλογές της Γερμανίας και τα εκκρεμή prior actions του προγράμματος), καθώς και τα αδύναμα αποτελέσματα β' τριμήνου, δεν βοηθούν στη βελτίωση του κλίματος σε μια αγορά η οποία παραμένει ρηχή.

 

 

Απίθανο το clean exit

 

Όπως τονίζει η HSBC σε νέα της έκθεση, η αβεβαιότητα γύρω από την τρίτη αξιολόγηση του προγράμματος, καθώς και την ολοκλήρωση του προγράμματος, παραμένει υψηλή, δεδομένου του ακόμη θολού τοπίου γύρω από την ελάφρυνση του χρέους, αλλά και τις τράπεζες, καθώς και της πιθανότητας μεγαλύτερης λιτότητας, δεδομένων των μη ρεαλιστικών προσδοκιών γύρω από τις δημοσιονομικές επιδόσεις. Όπως εκτιμά, μια "καθαρή έξοδος" από τα προγράμματα διάσωσης το επόμενο έτος φαίνεται απίθανη, καθώς η πρόοδος στην περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους από την Ευρωζώνη έχει σταματήσει. Επίσης, οι προοπτικές ένταξης στο QE Της ΕΚΤ φαίνονται πολύ χαμηλές.

 

Πάντως, παραμένει θετική για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο, καθώς αναμένει ότι η μακροοικονομική κατάσταση θα συνεχίσει να ομαλοποιείται και αυτό θα επιτρέψει κάποια επιστροφή καταθέσεων, ανάκαμψη της δραστηριότητας και, κυρίως, διευκόλυνση της μείωσης των NPEs. Όπως εκτιμά, οι τράπεζες είναι κατάλληλα τοποθετημένες για να αντιμετωπίσουν τα εκκρεμή θέματα εποπτείας του TAR, τα stress tests, το TRIM, το θέμα των προβλέψεων και την εφαρμογή του IFRS 9 σταδιακά, αφαιρώντας την αβεβαιότητα. Ωστόσο, προς το παρόν και λόγω του θολού τοπίου, επιλέγει να "κόψει" τις τιμές-στόχους για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, εν αναμονή των εξελίξεων.

 

 

Αισιοδοξία υπάρχει, αλλά...

 

Η βρετανική τράπεζα, μάλιστα, αναγκάζεται να δικαιολογήσει στους πελάτες της γιατί τηρεί στάση "Οverweight" στο Ελληνικό Χρηματιστήριο σε νέο της note. "Why we are overweight Greece", λέει, λοιπόν, η HSBC και απαντά πως η πρόσφατη αναταραχή στην αγορά καθοδηγήθηκε κυρίως από πολιτικούς και όχι από οικονομικούς λόγους. Οι αποτιμήσεις των ελληνικών μετοχών είναι φθηνές, όπως επισημαίνει, τονίζοντας πως "όποιος πιστεύει ότι η ελληνική οικονομία τελικά θα ομαλοποιηθεί, το πρόσφατο sell-off δείχνει προς μια ευκαιρία αγοράς".

 

Όπως εξηγεί, οι πρόσφατες πωλήσεις στις ελληνικές μετοχές, ιδιαίτερα στις τράπεζες, οδηγήθηκαν από έναν συνδυασμό των απαιτήσεων του ΔΝΤ για τις τράπεζες και το γερμανικό εκλογικό αποτέλεσμα. Στην πραγματικότητα, τα νέα του ΔΝΤ δεν ήταν πραγματικά "νέα", υπό την έννοια ότι η θέση του ΔΝΤ για την Ελλάδα –και για τις ελληνικές τράπεζες– δεν είχε αλλάξει εδώ και καιρό. Το γερμανικό αποτέλεσμα των εκλογών μπορεί να αντανακλά τη δυσαρέσκεια με τις ευρωπαϊκές πολιτικές, αλλά κανένας από τους περιορισμούς που διαμορφώνουν αυτή την πολιτική δεν έχει αλλάξει. Το πρόβλημα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους παραμένει ένα ζήτημα, μέχρι στιγμής η Ευρωζώνη έχει αποδείξει ότι δεν θέλει σε καμία περίπτωση ένα ελληνικό default.

 

Την ίδια στιγμή, όπως επισημαίνει, η ελληνική οικονομία έχει βελτιωθεί. Και στο α' και στο β' τρίμηνο η μακροοικονομική ανάπτυξη ήταν πάνω από τις προσδοκίες. Το β' τρίμηνο του 2017 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,5% σε τριμηνιαία βάση για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο, η πρώτη φορά μέσα σε δέκα χρόνια που η Ελλάδα ξεκίνησε το έτος με δύο συνεχόμενα τρίμηνα ανάπτυξης, ενώ και οι περισσότεροι δείκτες εμπιστοσύνης βελτιώθηκαν πιο έντονα.

 

Όσον αφορά τις αποτιμήσεις των ελληνικών μετοχών, ο εκτιμώμενος δείκτης P/E για το 2018 διαμορφώνεται στο 9,0x, σε σύγκριση με 12,2 x για τις αναδυόμενες αγορές συνολικά. Επίσης, η HSBC εκτιμά ότι η αύξηση των κερδών θα διαμορφωθεί στο 20% περίπου το 2017 και στο 60% το 2018. Για τις τράπεζες, εκτιμά ότι το P/E θα διαμορφωθεί στο 13,1x το 2017e και στο 5,6x το 2018. Εκτός τραπεζών, το P/E είναι στο 11,0x το 2018e. Όταν τελικά η ελληνική οικονομία ομαλοποιηθεί, οι τράπεζες πρέπει να είναι σε θέση να αυξήσουν την απόδοση ιδίων κεφαλαίων (RoE), αλλά αυτό δεν θα συμβεί στο βραχυπρόθεσμο διάστημα. Συνολικά, η HSBC τονίζει ότι εκτιμά ότι οι αποτιμήσεις στο Χ.Α., ειδικά για τις τράπεζες, είναι ελκυστικές και γι' αυτό τηρεί overweight στάση στην Ελλάδα.

 

Από τη μεριά της, η Goldman Sachs σημειώνει ότι ακόμη έχει μείνει ένα παράθυρο ευκαιρίας για ένταξη της Ελλάδας στο QE της ΕΚΤ, αφού και το tapering αναμένει να είναι σταδιακό και, αν διαρκέσει για μήνες, αυτό θα δώσει... νέα πνοή στα ελληνικά ομόλογα, τα οποία δεν έχουν παρουσιάσει καμία ουσιαστική βελτίωση από την ημέρα της εξόδου της Ελλάδας στις αγορές – με το yield στα 10ετή να παραμένει "κολλημένο" γύρω από το 5,5%.

 

Όπως σημειώνει η G.S., αν και το βασικό της σενάριο είναι ότι η χώρα μας δεν θα καταφέρει να συμπεριληφθεί στο PSPP πριν τελειώσει το πρόγραμμα, ωστόσο μια ταχεία ολοκλήρωση της τελικής αξιολόγησης του μακροοικονομικού προγράμματος προσαρμογής θα "ανοίξει" αυτήν τη δυνατότητα για τα ελληνικά ομόλογα.

 

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της G.S., το πλήρες tapering του QE θα έχει ανακοινωθεί πριν από την ανάλυση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους από την ΕΚΤ και, έτσι, δεν θα μπορέσει η Ελλάδα να συμμετάσχει στο πρόγραμμα. Ωστόσο, η έγκαιρη ολοκλήρωση της τελευταίας αξιολόγησης αφήνει την πιθανότητα να μπει η Ελλάδα στο QE στους τελευταίους μήνες του προγράμματος.

 

 

...διστάζουν οι θεσμικοί

 

Τα θετικά μηνύματα λοιπόν είναι αρκετά, αλλά και το ενδιαφέρον υπάρχει, αρκετοί όμως διστάζουν. Είναι χαρακτηριστικό πως, κατά την επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στις ΗΠΑ, πολλοί "δυνητικοί", και όχι μόνο, επενδυτές έδειξαν με την παρουσία τους το ενδιαφέρον τους για την Ελλάδα, όπως ο John Calamos, ιδρυτής της Calamos Investments, ο Richard Driehaus, ιδρυτής της Driehaus Capital Management (του μπουτίκ-fund που επενδύει στις frontier αγορές και διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία 9 δισεκατομμυρίων δολαρίων), ο Alexi Giannoulias, διευθυντής της BNY Mellon Wealth Management, και μέλη της οικογένειας Mirkopoulos, ιδιοκτήτες των Cinespace Film Studios στο Τορόντο.

 

 

Όπως σημειώνουν αναλυτές που παρακολουθούν εδώ και χρόνια την ελληνική αγορά και τις... περιπέτειες τις οποίες έχει περάσει, πολλοί θεσμικοί και μεγάλα funds του εξωτερικού που πόνταραν στην Ελλάδα στο παρελθόν και εμπιστεύτηκαν τις επενδύσεις τους στη χώρα μας έχουν ακόμη νωπές τις μνήμες της ζημιάς που υπέστησαν τα χαρτοφυλάκιά τους και εμφανίζονται ιδιαίτερα διστακτικοί να τοποθετηθούν εκ νέου σε μια αγορά μεγάλου ρίσκου όπως η ελληνική, τη στιγμή που οι ευκαιρίες διεθνώς είναι πολλές, με τις αγορές να σημειώνουν ιστορικά ρεκόρ και τις εκτιμήσεις για τις υψηλής απόδοσης αναδυόμενες αγορές να είναι ιδιαίτερα θετικές.

 

 

Ο Ντιέγκο Φερό, επικεφαλής επενδύσεων στο hedge fund Greylock Capital Management, που συμμετείχε στην αναδιάρθρωση των ομολόγων της Ελλάδας το 2012, αναφέρει ότι ο ίδιος έχει σημειώσει καλές αποδόσεις στις επενδύσεις του στα ελληνικά ομόλογα. Αλλά, όπως τονίζει, πολλοί επενδυτές δεν αισθάνονται άνετα να επενδύουν σε υποτιμημένα, distressed και υψηλής απόδοσης περιουσιακά στοιχεία. "Οι άνθρωποι εξακολουθούν να ανησυχούν για την αστάθεια, αν και η ελληνική οικονομία είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση", σημειώνει ο Φερό.

 

 

Κάποιοι εμφανίζονται να περιμένουν τις... εκλογές και την πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα για να τοποθετηθούν. Ο fund manager Κάιλ Μπας, ιδρυτής της Hayman Capital Management, δηλώνει επίσης αισιόδοξος για τις προοπτικές των ελληνικών μετοχών. Θεωρεί ότι κάποιοι κλάδοι του Χ.Α. είναι υπερβολικά υποτιμημένοι –όπως οι τράπεζες, οι οποίες διαπραγματεύονται στο ένα τέταρτο της λογιστικής τους αξίας– και πως το επόμενο έτος θα σημειώσουν ράλι εάν κηρυχθούν πρόωρες εκλογές και υπάρξει αλλαγή του πολιτικού τοπίου στην Ελλάδα.

 

 

Πάντως, προς το παρόν, με την αγορά να κινείται και πάλι σε ρυθμούς αξιολόγησης, αν και πολλοί παράγοντες θεωρούν επιτυχία ένα ενδεχόμενο "κλείσιμο" μέχρι τον Ιανουάριο, ωστόσο ελάχιστοι το θεωρούν εφικτό. Και αυτό όχι μόνο της προϊστορίας της ελληνικής κυβέρνησης με τις διαπραγματεύσεις, αλλά και λόγω των πιθανών νέων διαμαχών που μπορεί να προκύψουν μεταξύ των δανειστών αλλά και μεταξύ Αθήνας και δανειστών. Όπως σχολιάζει η Citigroup, η γ' αξιολόγηση, αν και φαίνεται ελαφρώς ευκολότερη από τις προηγούμενες –καθώς το μεγαλύτερο μέρος των μέτρων, ειδικά τα μέτρα λιτότητας, έχει ήδη νομοθετηθεί–, ωστόσο, όπως προειδοποιεί, οι δημοσιονομικοί στόχοι του προγράμματος είναι φιλόδοξοι και η ελάφρυνση του χρέους εξακολουθεί να είναι δύσκολο να συμφωνηθεί.

Πηγή:capital.gr


Κέρδος online   23/10/2017 9:59

Σχόλια:

Ονομα:
Σχόλιο: